επεκβαίνω

ἐπεκβαίνω (AM)
μσν.
(για χρόνο) περνώ
αρχ.
1. αποβιβάζομαι («ἐς τὴν γῆν ἐπεξέβησαν», Θουκ.)
2. (με αιτ.) (για κύμα) βγαίνω έξω στην ακτή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεκβαίνοντα — ἐπεκβαίνω go out upon pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπεκβαίνω go out upon pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκβαίνοντι — ἐπεκβαίνω go out upon pres part act masc/neut dat sg ἐπεκβαίνω go out upon pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεξέβησαν — ἐπεκβαίνω go out upon aor ind act 3rd pl ἐπεκβαίνω go out upon aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκβαίνειν — ἐπεκβαίνω go out upon pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκβαίνοντες — ἐπεκβαίνω go out upon pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκβάντες — ἐπεκβαίνω go out upon aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκβῆναι — ἐπεκβαίνω go out upon aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.